κρίση πανικού συμπτώματα και αντιμετώπιση

Νομίζω ότι Έπαθα Κρίση Πανικού!

Κρίση πανικού, μια μεγάλη περιπέτεια!

Στα επείγοντα!

Για μία εβδομάδα είχε μουδιάσει το αριστερό μου χέρι. Προσπάθησα να μη δίνω σημασία. Όσο περνούσαν οι μέρες, όμως, και επέμενε, άρχισα να ανησυχώ και να αγχώνομαι. Το συζήτησα με συναδέλφους στη δουλειά. Προσπάθησαν να με καθησυχάσουν και μου είπανε να μη δίνω σημασία. Ότι σίγουρα φταίει η κούραση και η πολύωρη εργασία στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή.

Πρόθυμα συμφώνησα. Σκέφτηκα, λογικό ακούγεται, κάτι παραπάνω θα γνωρίζουν… αλλά κάτι μέσα μου με έτρωγε. Ένα βράδυ, λοιπόν, κάνα δίωρο αφού με πήρε ο ύπνος, ξυπνάω με τρόμο και αισθάνομαι ότι η καρδιά μου πάει να σπάσει. Την άκουγα μέσα στο κεφάλι μου, είχα γίνει μούσκεμα στον ιδρώτα, ένιωθα ζάλη, δεν μπορούσα να καταπιώ και δυσκολευόμουν ακόμα και να αναπνεύσω. Τί είναι αυτό; Πεθαίνω; Παθαίνω εγκεφαλικό; Έμφραγμα μήπως»;

Ζήτησα να με πάνε στα επείγοντα. Εκεί περιέγραψα στους γιατρούς ό,τι μου συνέβη με κάθε λεπτομέρεια. Τους παρακάλεσα να μου κάνουν όλες τις εξετάσεις. Πολλές εξετάσεις! Τίποτα! Με κοίταγαν με απορία σαν εξωγήινο. «Πήγαινε σπίτι σου, ηρέμησε. Μάλλον αγχώθηκες λίγο». Επέστρεψα στο σπίτι, ακόμα έτρεμα, ένιωθα ρίγος, κόπωση, νύστα. Τα βλέφαρα μου βάρυναν. Ένιωσα σαν να με είχε πατήσει τρένο.

Την άλλη μέρα στη δουλειά το ξαναέπαθα. Αυτή τη φορά απευθύνθηκα σε ιδιώτες γιατρούς. Πάλι καρδιογράφημα, αιματολογικές, μέχρι και μαγνητική. Κάποιος μίλησε για «κρίση πανικού». «Να πας να μιλήσεις με ψυχολόγο», συμπλήρωσε.

Δεν τα κατάφερα..

Ψυχολόγο; Τι, τρελαίνομαι; Να πάω; Κι αν με στείλει σε ψυχίατρο; Κι αν μου δώσουν φάρμακα; Μία φίλη της μητέρας μου προσφέρθηκε να μου δώσει κάτι αγχολυτικά που παίρνει και η ίδια. Θυμάμαι έναν φίλο μου να μου λέει για τις δικές του κρίσεις πανικού και πως πέρασαν από μόνες τους. Οι φίλοι μού λένε να το βγάλω απ’ το μυαλό μου, να μην το σκέφτομαι, θα περάσει γρήγορα.

Εύκολο είναι; Εγώ συνέχεια σκέφτομαι μην τυχόν το ξαναπάθω, φοβάμαι ακόμα και να βγω από το σπίτι μου, να πάω στη δουλειά, πώς θα οδηγήσω; Οι δικοί μου επιμένουν να πάω σε ψυχολόγο. Θα πάω, αλλά κάτι με κρατάει. Γιατί δε μπορώ να ελέγξω τις κρίσεις χωρίς βοήθεια; Δείχνω αδυναμία, μου φαίνεται σαν ήττα. Και τι μπορεί να μου πει ο ψυχολόγος; Άλλωστε, τόσους φίλους έχω. Και θα είναι όντως

ψυχολόγος; Ή από εκείνους που κάνουν λίγο απ’ όλα; Ατελείωτη περιπέτεια μου φαίνεται όλο αυτό.

ΚΡΙΣΗ ΠΑΝΙΚΟΥ: Ένας πρωτόγονος μηχανισμός στη σύγχρονη ζωή

Κρίσεις πανικού: πολύ συχνές στο σύγχρονο άνθρωπο, «μάστιγα» όπως λένε πολλοί θεραπευόμενοι μου. Και αν σκεφτεί κανείς ότι πρόκειται για έναν πρωτόγονο μηχανισμό που βοηθάει στην επιβίωση. Εύλογο είναι να διερωτάται κάποιος από τι προσπαθεί να επιβιώσει ο σύγχρονος άνθρωπος, από τι τρέχει να γλιτώσει, τί τον κατατρέχει;

Πολλοί μπορεί να είναι οι παράγοντες που εμπλέκονται σε μία κρίση πανικού. Αρνητικά γεγονότα ζωής (χωρισμός, απώλειες), κοινωνικά προβλήματα (ανεργία, οικονομικές δυσκολίες), τραυματικά βιώματα του παρελθόντος, ενοχές, εσωτερικές συγκρούσεις ή θέματα αυτοεκτίμησης. Και για κάθε άτομο επιδρούν ξεχωριστοί παράγοντες σε συνάρτηση πάντα με τη μοναδική προσωπική του ιστορία. Σχεδόν πάντα οι κρίσεις πανικού σημαίνουν κρίση (ή απώλεια) ταυτότητας. Ποιος είμαι; Γιατί βρίσκομαι εδώ; Που θα ήθελα να είμαι; Αυτή η κρίση ταυτότητας εκδηλώνεται σε σωματικό επίπεδο, εφόσον δεν κατέστη δυνατή η έκφραση της με το λόγο και τη συμβολική επικοινωνία.

Θεραπεύονται οι κρίσεις πανικού;

Η θεραπευτική σχέση με τον κατάλληλο ειδικό είναι το πλέον κατάλληλο πλαίσιο να αντιμετωπιστούν οι κρίσεις πανικού. Η πρόσωπο με πρόσωπο επικοινωνία, ο συναισθηματικός συγχρονισμός, η διάδραση αποτελούν το πρώτο επίπεδο θεραπείας. Είναι η επαναφορά στη συναισθηματική ασφάλεια. Έπεται η αποκωδικοποίηση των συμπτωμάτων, το κρυφό νόημα, η άρση των αγκυλώσεων και της ψυχολογικής άμυνας που είχαν ως αποτέλεσμα να στοιβάζονται τα αίτια των κρίσεων πανικού το ένα πάνω στ’ άλλο. Στο τέλος, η μεγάλη γενική πρόβα των νέων ρόλων και αναδυόμενων εαυτών πριν ανεβεί το έργο στην πραγματική σκηνή της καθημερινής ζωής. Πριν όλα αυτά αποτελέσουν ένα δυσάρεστο μεν σωτήριο δε παρελθόν. Γιατί κάθε συμπτωμα είναι η μυστική γλώσσα του εαυτού μας που είναι σοφό να την αφουγκραζόμαστε και να την περιθάλπτουμε με φροντίδα.

Υ.Γ.: «Μια μέρα το παρελθόν θα μας αιφνιδιάσει με τη δύναμη της επικαιρότητας του. Δε θα χει αλλάξει εκείνο, αλλά το μυαλό μας» – Οδ. Ελύτης

γιατί δεν έχω σχέση

Εγώ Γιατί δεν Έχω Σχέση;

Πάλι μόνη…

Πέρασε το καλοκαίρι, έρχονται οι γιορτές των Χριστουγέννων και εγώ πάλι μόνη.. Όλοι κάποιον έχουν! Τους βλέπω στο facebook! Χαρούμενοι, ευτυχισμένοι, κάνουν συνέχεια ωραία πράγματα… Και εγώ.. γίνομαι χάλια, απελπίζομαι, κλαίω… Τα βάζω με τον εαυτό μου, με την τύχη μου, με την πόλη, με τη δουλειά μου, με όλα και με όλους. Και κλείνομαι στον εαυτό μου…

Τι πάει στραβά με εμένα; Όλο τα ίδια και τα ίδια. Καμία αλλαγή! Βαρέθηκα! Βαρέθηκα τις φίλες μου που νομίζουν ότι η ζωή είναι το «sex and the city», βαρέθηκα τους γονείς μου να με ρωτάνε κάθε φορά πότε θα κάνω οικογένεια – «Άντε να βρεις ένα καλό παιδί».

Πού;;; Ειλικρινά θα πάθω κατάθλιψη. Εγώ φταίω, δε μπορεί, κάτι κάνω στραβά.

Ή μήπως να το δω πιο θετικά; Παντού διαβάζω για τη θετική σκέψη. Για τη δύναμη του μυαλού να έλκει αυτό που πραγματικά επιθυμείς. Άρα δεν πρέπει να είμαι μίζερη, δεν πρέπει να κλαίγομαι, και όλο το σύμπαν θα συνομωτήσει για να πετύχω αυτό πραγματικά θέλω.

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΧΩ ΣΧΕΣΗ; Φταίω εγώ;

Είναι τόσο απλό; Τόσο εύκολο; Αν ναι, μάλλον εγώ φταίω που τόσο καιρό δεν έχω καταφέρει να κάνω μία σωστή σχέση. Εγώ και οι αρνητικές μου σκέψεις. Εγώ και η μιζέρια μου!

Αρκεί η θετική σκέψη;

Πραγματικά, πόσο συχνά συναντάμε αυτές τις σκέψεις και ανησυχίες στις σύγχρονες γυναίκες;

Πόσο εύκολα η κουλτούρα των social media και της θετικής σκέψης οδηγεί σε σύγκρουση τις γυναίκες, σε ένα φαύλο κύκλο στρατηγικών αποτυχίας και αυτο-ενοχοποίησης; Αρκεί μόνο να σκεφτείς θετικά, να περιποιηθείς την εμφάνιση σου και να χειριστείς σωστά τα social media για να βρεις σύντροφο;

Προφανώς τα παραπάνω είναι απλώς η επιφάνεια. Ο λόγος που δεν μπορούμε να κάνουμε σχέση ή που δεν μπορούμε να διατηρήσουμε μία σχέση σε βάθος χρόνου έχει να κάνει με βαθύτερα θέματα του εαυτού και της προσωπικότητας.

Το πώς έχουμε χτίσει μέσα μας τους άλλους, οι εσωτερικές μας άμυνες για τις στενές διαπροσωπικές σχέσεις, αλλά και τα μοτίβα στις σχέσεις μας που επαναλαμβάνουμε ξανά και ξανά, πρέπει να γίνουν αντικείμενα ανάλυσης και εμβάθυνσης.

Ανεπαίσθητα περίπλοκες διαδρομές

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι στον τρόπο που «επιλέγουμε» και μας «επιλέγουν» εμπλέκονται διαδικασίες που δεν έχουμε καν φανταστεί και οι οποίες συμβαίνουν έξω από την ενημερότητα μας. Είναι τόσο ανεπαίσθητα περίπλοκες όσο μία αμυδρή σύσπαση των μυών του προσώπου που συμβαίνει σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Ο απέναντι μας μπορεί μην το έχει δει, αλλά σίγουρα το έχει αισθανθεί. Και στο τέλος θα φερθεί με βάση αυτό που αισθάνθηκε.

Η εργασία με τον εαυτό δεν είναι μία απολύτως ευχάριστη διαδικασία όσο το fb και οι «θετικοί οραματισμοί», όμως σίγουρα είναι αποτελεσματική και μας εξελίσσει ως πρόσωπα.

Τώρα γιατί το κείμενο αυτό απευθύνεται μόνο σε γυναίκες θα αποτελέσει αντικείμενο μίας μελλοντικής συζήτησης…

αδερφική ζήλια

Αδερφική ζήλια: Πόλεμος και Ειρήνη;

Ο αδερφικός δεσμός

Η αδερφική σχέση είναι παντοτινή. Το να έχουμε έναν αδερφό ή μία αδερφή είναι ευτύχημα. Ένας συνοδοιπόρος στη ζωή που διώχνει το φάντασμα της επικείμενης απώλειας και της μοναξιάς. Ένας δεσμός αγγελικός που μας φυλά και μας προστατεύει. Ίσως κάποιες φορές όχι, αλλά τουλάχιστον σαν σκέψη, η παρουσία ενός αδερφού καθησυχάζει και στεριώνει μέσα μας τους οικογενειακούς μας δεσμούς. Είναι σαν να λέει «πέρασα κι εγώ από τα ίδια μέρη, από τις ίδιες γωνιές της παιδικής μας ηλικίας, ήμουνα και εγώ εκεί, όπως κι εσύ, στην πρώτη πρώτη αρχή μας».

Τί είναι η αδερφική ζήλια;

Όπως όλα τα συναισθήματα, η ζήλια είναι ένα φυσιολογικό συναίσθημα που βιώνουν όλα τα παιδιά. Και όπως όλα τα συναισθήματα, έτσι και η ζήλια, πρέπει να εκφρασθεί και να γίνει αποδεκτή από τους γονείς, ώστε να μπορέσει στη συνέχεια να εξελιχθεί και να ομαλοποιηθεί. Η ζήλια στην ουσία δεν αφορά τόσο το αδερφάκι όσο τη μαμά και τον μπαμπά. Αυτοί είναι οι στόχοι της ζήλιας. Όταν ένα παιδί ζηλεύει, σημαίνει ότι ανησυχεί μήπως οι γονείς του αγαπάνε περισσότερο ή δείχνουν προτίμηση στο άλλο παιδί της οικογένειας. Και επειδή ανησυχεί μήπως του κλαπεί, διεκδικεί ό,τι πολυτιμότερο έχει: τη φροντίδα και την αγάπη των γονέων του. Μάχεται για να βεβαιωθεί ότι έχει την προσοχή και το ενδιαφέρον των γονιών του ακόμα και στην παρουσία του αδερφού του.

Όπως και η ζωή, η ζήλια κύκλους κάνει. Και τα αδέρφια περνάνε από τον πόλεμο στην ειρήνη και τούμπαλιν. Συχνά θα πούνε οι γονείς πόσο παράξενο τους φάνηκε που το παιδί τους δεν έδειξε ζήλια όταν ήρθε το μωρό νεογέννητο στο σπίτι. Και απορούν πώς ξαφνικά, όταν το μωρό άρχισε να μπουσουλάει, ξεκίνησαν συνάμα και οι επιθέσεις ζήλιας του μεγαλύτερου. Για να ξανακυλήσουν πάλι ομαλά οι καταστάσεις μέχρι να αρχίσει το μικρό αδερφάκι να κάνει τα πρώτα του βήματα. Δεν είναι να απορεί κανείς για τη ζήλια του μεγαλύτερου που βλέπει ένα αδερφάκι να ανταγωνίζεται και να κινείται απελπιστικά γρήγορα προς την αγκαλιά της μαμάς! Αλλά και αργότερα, όταν το μικρό αδερφάκι προοδεύει στην ομιλία και στο παιχνίδι του, όταν επιτέλους αρχίζουν να παίζουνε μαζί και οι γονείς νιώθουν ότι μπορούν να εξαργυρώσουν τις προσπάθειες τόσων μηνών και να ξεκουραστούν πια λιγάκι. Και πάνω στην χαλάρωση που προσφέρει ένας αναπαυτικός καναπές, ξαφνικά ακούγονται πολεμικές κραυγές και κλάματα από το παιδικό δωμάτιο: η ειρήνη δεν κράτησε πολύ!

Το αδελφικό παρελθόν των γονέων

Για τους γονείς, άλλες φορές συνειδητά και άλλες πιο ενδόμυχα, η γέννηση του δεύτερου παιδιού τους ανακαμοχλεύει μέσα τους πολλά ξεχασμένα συναισθήματα. Κι όμως, οι δικές τους αδερφικές σχέσεις από το παρελθόν, η ποιότητα τους, θα χρωματίσει τη γονεϊκότητα τους γενικότερα και τη σχέση που θα αναπτυχθεί στο μέλλον μεταξύ των παιδιών τους ειδικότερα.

Έχει σημασία για παράδειγμα πώς βίωσε ένας γονιός τον ερχομό ενός μικρότερου αδερφού όταν ήταν ο ίδιος παιδί. Άραγε τον βοήθησαν οι γονείς του με τη ζήλια που ένιωθε τότε απέναντι στο νεογέννητο μωρό που ήρθε στο σπίτι για να παραμείνει;

Ή κάθε φορά τού τονίζανε πόσο σημαντικό είναι να μη ζηλεύει, γιατί αυτός πήρε τόσα δώρα.. Να μη ζηλεύει γιατί οι γονείς του ασχολούνται συνέχεια μαζί του και καθόλου με το μωρό. Να μην πλησιάζει το μωρό για να βεβαιωθούνε ότι δε θα του επιτεθεί.. Να μείνει σε άλλο σπίτι τώρα που είναι άρρωστος για να μην κολλήσει το μωρό.. Να μην κλαίει γιατί τώρα πια περιμένουν από αυτόν να φέρεται σαν μεγάλος αδερφός. Και τόσα άλλα παραδείγματα που δείχνουν τη δυσκολία των γονέων να αποδεχθούν τη ζήλια του παιδιού τους ως κάτι το φυσιολογικό. Είναι όλα αυτά άραγε που τον ωθούν σήμερα να ταυτίζεται και να λυπάται περισσότερο το μεγάλο αδελφάκι;

Κάπως έτσι κινδυνεύουν οι γονείς να συρθούν άθελα τους σε μία συμμαχία με το ένα ή το άλλο εμπόλεμο μέρος. Οι γονείς, όμως, δεν είναι δικαστές και δε θα έπρεπε να είναι. Εδώ όλοι έχουν δίκιο! Είναι οι διαφορετικές ανάγκες που εκφράζονται, ακόμα κι αν ο τρόπος έκφρασης δεν είναι ο σωστός.

Αν πάλι η μητέρα του σήμερα ήταν η μικρή αδελφή του χθες στο σπίτι, πώς άραγε να βίωσε το μεγαλύτερο αδερφό της; Ως προστάτη που την προστατεύει από τα άλλα παιδιά στο σχολείο; Που έχει πάντα κρατημένο για αυτήν ένα κολατσιό; Που την προσέχει, που της μαθαίνει καινούρια πράγματα; Ή ως έναν απόμακρο μεγάλο αδερφό που την απέφευγε και δεν τη δεχόταν στις παρέες του; Ή που στο σπίτι έβρισκε συνέχεια αφορμές για να τη βάζει να κάνει πράγματα που στο τέλος θα επισύρουν την παρατήρηση από τους γονείς;

Αδερφικη ζηλια και αναγκη για Διαχείριση

Για να μπορέσουν οι γονείς να διαχειριστούν τη σχέση μεταξύ των αδελφών και το συναίσθημα της ζήλιας, είναι πολύ σημαντικό:

· να έρθουν σε επαφή με τα δικά τους συναισθήματα ζήλιας, στο παρελθόν και στο παρόν, ώστε να μπορούν να συναισθανθούν το παιδί που δείχνει έντονα τη ζήλια του, να μπορούνε δηλαδή να μπαίνουν στη θέση του,

· να αποδεχθούν τα συναισθήματα ζήλιας του παιδιού τους ως κάτι το απόλυτα φυσιολογικό. «Να αποδεχθούν», σημαίνει να επιτρέψουν στο παιδί να τα εκφράσει ανοιχτά χωρίς κριτική ή αποδοκιμασία

· να βοηθήσουν το παιδί να αναγνωρίζει τα συναισθήματα ζήλιας και να ενθαρρύνουν «ντύνοντας» τα με λόγια, ώστε να μπορεί να τους μιλάει για αυτά. Γιατί όταν ένα παιδί καταφέρει να μιλήσει για τα δύσκολα συναισθήματα του, τότε το πρόβλημα μάλλον έχει ήδη λυθεί, ή, τουλάχιστον, βρίσκεται προς τη λύση του.

Γιατί είναι σημαντική η διαχείριση της ζήλιας;

Η αδερφική ζήλια αποτελεί το «στίβο μάχης» μέσα στον οποίο τα αδέλφια μαθαίνουν να διαχειρίζονται και να ρυθμίζουν τα συναισθήματα απόρριψης, αποκλεισμού, φθόνου και ανταγωνισμού για τον άλλους. Μαθαίνουν να εκφράζουν τις ανάγκες τους και ταυτόχρονα να σέβονται τις ανάγκες των άλλων. Μαθαίνουν να «παίζουν» ομαδικά. Μαθαίνουν δεξιότητες πολύτιμες για να πλοηγούνται στις κοινωνικές σχέσεις που θα ακολουθήσουν στην καθημερινότητα του σχολείου, της φιλίας, των εξωσχολικών δραστηριοτήτων και της εργασίας.

Αν ανησυχείτε για τα συναισθήματα ζήλιας του παιδιού σας, μπορούμε να σας βοηθήσουμε.

«H εποχή των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης» : Μέρος Ά: Κωνσταντίνος Δημάτης

Το παιδί με Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ)

Ζωηρό ή υπερκινητικό;

Τα τελευταία χρόνια η ζωηράδα ενός παιδιού δε φαντάζει τόσο χαριτωμένη και αθώα στα μάτια των γονέων, τουλάχιστον όχι όσο παλαιότερα. Πλέον, πολλοί γονείς θα αναρωτηθούν αν η σωματική ενέργεια του παιδιού τους, η έλλειψη συγκέντρωσης που επιδεικνύει, ή ακόμη, η παρορμητικότητα με την οποία φέρεται κάποιες φορές χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες, είναι στα πλαίσια του «φυσιολογικού». Η σύγχυση των γονέων εντείνεται ακόμα περισσότερο στην περίπτωση που προκύψουν δυσκολίες με τη σχολική μάθηση και ο δάσκαλος ή η δασκάλα περιγράψουν αντίστοιχες συμπεριφορές μέσα στην τάξη. Το ερώτημα που προκύπτει στην περίπτωση αυτή είναι εάν η απροσεξία και οι υπερκινητικές και παρορμητικές συμπεριφορές του παιδιού εκδηλώνονται σε τέτοιο βαθμό, ώστε να δικαιολογήσουν τη διάγνωση της λεγόμενης Διαταραχής Ελλειμματικής Προσοχής- Υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ).

Τι Είναι η ΔΕΠ-Υ;

Η διάγνωση της ΔΕΠ-Υ (Attention Deficit Hyperactivity Disorder – ADHD), στηρίζεται σε μία σειρά από δυσκολίες συμπεριφοράς, τις οποίες μπορεί να εκδηλώσει το παιδί στους ακόλουθους τομείς:

· της προσοχής (π.χ. η προσοχή του/της αποσπάται εύκολα από εξωτερικά ερεθίσματα, δεν μπορεί να ολοκληρώσει μία εργασία)

· της υπερκινητικότητας (π.χ. σηκώνεται από τη θέση του/της την ώρα του μαθήματος, στριφογυρίζει στην καρέκλα κλπ.)

· της παρορμητικότητας (π.χ. δυσκολεύεται να περιμένει τη σειρά του/της στην ουρά).

Τέτοιου είδους προβληματικές συμπεριφορές είναι απαραίτητο να έχουν διαπιστωθεί πριν την ηλικία των 12 ετών και να είναι παρούσες για περισσότερους

από 6 μήνες σε δύο ή περισσότερα από τα ακόλουθα πλαίσια : στο σχολείο και στο σπίτι, με τους φίλους, ή στις κοινωνικές δραστηριότητες. Και, φυσικά, πρέπει να δημιουργούν σημαντικά προβλήματα στην καθημερινή λειτουργικότητα του παιδιού στο σπίτι, στο σχολείο ή στον ελεύθερο χρόνο.

Υπολογίζεται ότι περίπου ότι ένας στους δέκα μαθητές θα εκδηλώσει τη ΔΕΠ-Υ, γεγονός που την καθιστά ως μία από τις πιο συχνά διαγνωσμένες διαταραχές συμπεριφοράς της παιδικής και εφηβικής ηλικίας.

Πόσο Επιβαρύνεται η Οικογένεια ενός Παιδιού με ΔΕΠ-Υ;

Είναι εύλογο πως η ΔΕΠ-Υ προκαλεί σοβαρή ανησυχία στους γονείς. Από τη μία πλευρά τα συμπτώματα της ΔΕΠ-Υ αναφέρονται σε αρνητικές συμπεριφορές που εξ’ ορισμού δοκιμάζουν τις δεξιότητες των γονέων και προκαλούν άγχος, εκνευρισμό και καθημερινές απογοητεύσεις. Το να μιλάς στο παιδί σου και να νιώθεις ότι το μυαλό του ταξιδεύει αλλού ή να του εξηγείς τις συνέπειες μιας συμπεριφοράς μόνο και μόνο για να δεις να την ξανακάνει στο επόμενο λεπτό, ή η σχολική μελέτη που θα έπαιρνε μία ώρα υπό φυσιολογικές συνθήκες, να παρατείνεται από το μεσημέρι μέχρι αργά το βράδυ, είναι μερικά μόνο στιγμιότυπα μίας επιβαρυμένης καθημερινότητας για όλη την οικογένεια.

Από την άλλη πλευρά, η ίδια η διάγνωση της ΔΕΠ-Υ γεμίζει προβληματισμούς τους γονείς αναφορικά με το μέλλον του παιδιού. Και αυτό συμβαίνει γιατί η διάσπαση προσοχής, η υπερκινητικότητα και η παρορμητικότητα, όταν συναντώνται σε σημαντικό βαθμό, δυσχεραίνουν τις καθημερινές δεξιότητες του παιδιού και υποθάλπτουν την γενικότερη πρόοδο του. Κυρίως, όμως, γιατί η συγκεκριμένη διαγνωστική ετικέτα αφήνει να εννοηθεί πως οι δυσκολίες του παιδιού είναι κάτι το εγγενές και πως η πορεία των συμπτωμάτων θα είναι μακροχρόνια. Είναι όμως έτσι;

Το Πρόβλημα με τη Διάγνωση της ΔΕΠ-Υ

Η παρορμητικότητα, η υπερκινητικότητα και η έλλειψη προσοχής είναι συμπτώματα που μπορούν να προκύψουν για διάφορους λόγους στη ζωή των παιδιών και δεν περιορίζονται μόνο στη ΔΕΠ-Υ.

Για το λόγο αυτό λένε πως η ΔΕΠ-Υ αντιπροσωπεύει μία «διάγνωση-ομπρέλα», κάτω από την οποία τοποθετούνται πολλές και πολύ διαφορετικές μεταξύ τους ομάδες παιδιών, όπως:

· παιδιά με εγκεφαλικό τραυματισμό

· παιδιά με οργανικές παθήσεις (π.χ. εγκεφαλική πάρεση)

· παιδιά με ψυχολογικό τραύμα

· παιδιά με συναισθηματικές δυσκολίες

· παιδιά με κατάθλιψη ή πένθος

· παιδιά ιδιαίτερα χαρισματικά

· παιδιά που δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις υψηλές απαιτήσεις που θέτει η κουλτούρα μιας κοινωνίας (πιεστικοί κανόνες στο σχολείο και στην κοινότητα)

Με βάση τα παραπάνω, μπορεί να συμπεράνει κανείς πως τα συμπτώματα της

ελλειμματικής προσοχής, της υπερκινητικότητας και της παρορμητικότητας ενδέχεται να έχουν διαφορετική αιτιολογία σε διαφορετικά παιδιά και να απαιτούν διαφορετική προσέγγιση για την αντιμετώπιση τους.

Τι προκαλεί τη ΔΕΠ-Υ;

Η διαδεδομένη άποψη για τη ΔΕΠ-Υ ότι οφείλεται στη γενετική προδιάθεση που έχει ένα άτομο να εκδηλώσει δυσλειτουργία σε εγκεφαλικές περιοχές υπεύθυνες για τον έλεγχο της συμπεριφοράς, αποτελεί ένα μόνο μέρος της ιστορίας. Τα γονίδια προτείνουν, αλλά δεν είναι αυτά που αποφασίζουν. Το περιβάλλον έχει το δικό του – και πολύ σημαντικό – μερίδιο ευθύνης. Αν περιοριστούμε σε μία βιολογική εξήγηση της διαταραχής, τότε υπάρχει ο κίνδυνος να αποτύχουμε να σχεδιάσουμε μία αποτελεσματική παρέμβαση. Αν, πάλι, αρκεστούμε στο ότι η ΔΕΠ-Υ είναι μία αμιγώς συμπεριφορική διαταραχή, τότε ενδεχομένως να αδικήσουμε το παιδί και την οικογένεια του. Πιθανόν να υποτιμήσουμε το προσωπικό νόημα που έχουν οι δυσκολίες για το συγκεκριμένο παιδί και τη συγκεκριμένη οικογένεια μέσα στο συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο.

Τι Νόημα Έχουν τα Συμπτώματα της ΔΕΠ-Υ;

Πολλά παιδιά με συμπτώματα ΔΕΠ-Υ αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην αναγνώριση, την έκφραση και τη διαχείριση των συναισθημάτων τους. Στην ουσία,

έχουν δυσκολία με τον αυτοέλεγχο και την αυτορύθμιση. Σε αντίθεση με τα αγχώδη παιδιά που τοποθετούν τους φόβους του έξω από αυτά, τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ συνήθως νιώθουν ότι απειλούνται από μέσα τους, από τα έντονα συναισθήματα που αισθάνονται. Όταν η εσωτερική διέγερση ξεπεράσει κάποιο βαθμό, τότε τείνουν να την εκφορτίζουν προς τα έξω. Για παράδειγμα, το παιδί που φοβάται την αξιολόγηση της ορθογραφίας στο σχολείο, αντί να εκφράσει το άγχος του με λόγια και με τρόπο αποδεκτό, θα αρχίσει να στριφογυρίζει στην καρέκλα και τελικά θα σηκωθεί από τη θέση του.

Το πρόβλημα είναι ότι η υπερκινητική συμπεριφορά θα προκαλέσει την αρνητική αντίδραση των γύρω, η οποία με τη σειρά της θα προκαλέσει ακόμα μεγαλύτερη συναισθηματική διέγερση στο παιδί. Έτσι, θα δημιουργηθούν φαύλοι κύκλοι εξαναγκασμού και τιμωρητικών συνεπειών μεταξύ του παιδιού και του περιβάλλοντος του στο σπίτι, στο σχολείο ή με τους φίλους.

Ένα άλλο σημαντικό σημείο, είναι η λειτουργία που έχουν τα συμπτώματα μέσα στην οικογένεια. Αξίζει να αναρωτηθεί κανείς πώς οι υπερκινητικές συμπεριφορές καταφέρνουν να ρυθμίσουν τις οικογενειακές σχέσεις. Για παράδειγμα, σκεφθείτε το παιδί που παίζει ήρεμα με τα τουβλάκια του σε μία γωνία και ξαφνικά τινάζεται σαν ελατήριο από τη θέση του. Αρχίζει να χοροπηδά πάνω στους καναπέδες και επιδίδεται σε ριψοκίνδυνες συμπεριφορές. Και όταν η μητέρα καταφέρνει να ξεπεράσει την αρχική της έκπληξη και να σκεφθεί πάνω στην κατάσταση, συνειδητοποιεί πως το ξέσπασμα ξεκίνησε σχεδόν τη στιγμή που πήρε το μικρό αδερφάκι του στην αγκαλιά της, για να το θηλάσει. Εδώ, η οριοθέτηση της συμπεριφοράς δεν αρκεί. Ενδεχομένως, και να επιδεινώνει την υπερκινητικότητα. Αυτό που είναι σημαντικό είναι να βοηθηθεί το μεγαλύτερο παιδί με τα συναισθήματα ζήλιας, αποκλεισμού και απόρριψης που βιώνει. Μία καλή αρχή θα ήταν να βοηθήσει η μητέρα να βάλουνε σε λόγια αυτά τα συναισθήματα…

Πώς Βοηθάμε το Παιδί με ΔΕΠ-Υ;

Για να αντιμετωπιστούν θεραπευτικά η ελλειμματική προσοχή, η υπερκινητικότητα και η παρορμητικότητα, είναι απαραίτητο:

· να γίνει μία ενδελεχής αξιολόγηση των δυνατοτήτων και των δυσκολιών του παιδιού σε όλους τους τομείς ανάπτυξης και όχι μόνο στο συμπεριφορικό τομέα. Και σε όλα τα πλαίσια ανάπτυξης (οικογένεια, σχολείο, φίλοι). Να

δοθεί έμφαση στο παιδί ως πρόσωπο και ως ψυχοσωματική ολότητα και όχι ως ένα σύνολο αρνητικών συμπεριφορών που στοιβάζονται σε μια διάγνωση

· να αξιολογηθεί η ικανότητα του παιδιού για συναισθηματική αυτορύθμιση, καθώς και οι συνθήκες ή καταστάσεις που εντείνουν τα προβλήματα συμπεριφοράς

· να αναπτυχθεί η ικανότητα συναισθηματικής αυτορύθμισης και αυτοελέγχου του παιδιού μέσα από το παιχνίδι και τη ψυχοθεραπευτική σχέση

· να σταματήσουν οι φαύλοι κύκλοι εξαναγκασμού ανάμεσα στο παιδί και στο περιβάλλον του και να ενδυναμώσει η σχέση γονέα-παιδιού

Βρισκόμαστε στη διάθεση σας για να σας βοηθήσουμε σε περίπτωση που ανησυχείτε για συμπτώματα ΔΕΠ-Υ στο παιδί σας.

Πηγές :

American Psychiatric Association. (2013). Diagnostic and statistical manual of mental disorders. BMC Med, 17, 133-137.

Erdman, P. (1998). Conceptualizing ADHD as a contextual response to parental attachment. American Journal of Family Therapy, 26(2), 177-185.

Ladnier, R. D., & Massanari, A. E. (2001). Treating ADHD as attachment deficit hyperactivity disorder. In Handbook of attachment interventions (pp. 27-65). Academic Press.

Leuzinger-Bohleber, M., Laezer, K. L., Pfenning-Meerkoetter, N., Fischmann, T., Wolff, A., & Green, J. (2011). Psychoanalytic treatment of ADHD children in the frame of two extraclinical studies: The Frankfurt Prevention Study and the EVA Study. Journal of Infant, Child, and Adolescent Psychotherapy, 10(1), 32-50.

Seitler, B. N. (2008). Successful child psychotherapy of attention deficit/hyperactive disorder: An agitated depression explanation. The American Journal of Psychoanalysis, 68(3), 276-294.

Οριοθέτηση της Συμπεριφοράς των Παιδιών: Όρια στη Συμπεριφορά ή… Όρια στη Σχέση;

Γιατί τα Όρια είναι Σημαντικά;

Κάθε γονιός επιθυμεί ό,τι καλύτερο για το παιδί του. Κάποιες φορές ενδόμυχα και άλλες φωναχτά, οι γονείς εύχονται να καταφέρουν να μεταλαμπαδεύσουν αξίες και ιδανικά στα παιδιά τους. Λένε πως μία από τις πιο σημαντικές λειτουργίες της οικογένειας είναι να μεταβιβάζει τα απαραίτητα εφόδια, τις γνώσεις και τις εμπειρίες στην επόμενη γενιά, ώστε να μπορούν οι απόγονοι να ενσωματωθούν και να προσφέρουν στο κοινωνικό σύνολο. Όμως κάθε οικογένεια θέτει τα δικά της πρότυπα συμπεριφοράς για τα μέλη της. Με βάση τα πρότυπα αυτά, χτίζονται οι προσδοκίες της οικογένειας για το ποια περίπου αναμένεται να είναι η σωστή συμπεριφορά του παιδιού. Όταν η συμπεριφορά του παρεκκλίνει από τα πρότυπα αυτά, τότε οι γονείς νιώθουν την ανάγκη να θέσουν όρια και να ελέγξουν την αρνητική συμπεριφορά.

Το θέμα των ορίων προβληματίζει όλους τους γονείς και αποτελεί ένα από τα πιο συχνά θέματα συζήτησης και ανησυχίας. Οι λόγοι για αυτό είναι διάφοροι: τα έντονα συναισθήματα που προκαλούνται στους γονείς από τη δύσκολη συμπεριφορά των παιδιών, η πίεση από τους οικογενειακούς φίλους, τους συγγενείς, τους παππούδες και τις γιαγιάδες για καλή συμπεριφορά, οι απαιτήσεις του σχολείου, αλλά και γενικότερα η πίεση που ασκούν τα πρότυπα κάθε κοινωνίας γύρω από το σεβασμό προς τους μεγαλύτερους και τη συμμόρφωση στις κοινωνικές νόρμες.

Γιατί Κάθε Οικογένεια Θέτει Διαφορετικά Όρια;

Οι μέθοδοι πειθαρχίας διαφέρουν από οικογένεια σε οικογένεια. Κάθε γονιός έχει τη δική του στάση απέναντι στο τι θεωρείται επιτρεπτό σε διαφορετικά πλαίσια και για κάθε ηλικία. Πολύ ιδιαίτερο ρόλο ασκούν τα βιώματα του γονιού με τους δικούς του/της γονείς στο παρελθόν, και οι τρόποι διαπαιδαγώγησης του/της στην παιδική ηλικία. Γονείς που μεγάλωσαν με κάποια αυστηρότητα στο οικογενειακό τους περιβάλλον, μπορεί να συνεχίζουν την ίδια προσέγγιση με τα παιδιά τους, αν

αισθάνονται ότι αυτό τους βοήθησε να μεγαλώσουν σωστά και να γίνουν οι ενήλικες που είναι τώρα. Άλλοι γονείς, όμως, που νιώθουν ότι υπέφεραν από την αυστηρότητα των δικών τους γονιών, είναι πολύ πιθανόν να αποφεύγουν να χρησιμοποιήσουν παρόμοιες μεθόδους πειθαρχίας στα παιδιά τους.

Πολλές φορές, πάντως, ο τρόπος που ανατράφηκε σαν παιδί ο γονέας, αναπαράγεται σχεδόν αυτόματα και χωρίς πολλή σκέψη, ακριβώς τη στιγμή που θα συγκρουστούν οι δικές του προσδοκίες με τις επιθυμίες του παιδιού. Ο λόγος δεν είναι άλλος από την έντονη συναισθηματική φόρτιση της στιγμής. Όσο πιο ψηλά ανεβαίνει το συναισθηματικό θερμόμετρο τόσο πιο άκαμπτες και αυτόματες γίνονται οι αντιδράσεις. Η συνέπεια είναι οι γονείς να νιώθουν συχνά ενοχές για τον τρόπο που διαχειρίστηκαν τις στιγμές της έντασης με το παιδί τους.

Όριο Είναι….

Τα όρια έρχονται στο προσκήνιο τις φορές που το παιδί δεν φέρεται με τον επιθυμητό τρόπο και οι γονείς παρεμβαίνουν για να σταματήσουν ή να ελέγξουν την ανεπιθύμητη συμπεριφορά. Όπως όταν ένα παιδί καταστρέψει ένα παιχνίδι στο σπίτι ή μες στο θυμό του αρχίζει να χτυπά τους γονείς ή τα αδέρφια του ή η περίπτωση του παιδιού που αρνείται να κλείσει την τηλεόραση ή τον υπολογιστή. Η απαγόρευση, η στέρηση προνομίων, το καρεκλάκι σκέψης, το time – out, είναι κάποιες από τις δημοφιλείς μεθόδους πειθαρχίας.

Ας μην ξεχνάμε, όμως, πως τα όρια δεν περιορίζονται στην επιστράτευση αρνητικών συνεπειών. Εξίσου σημαντικά, αν όχι περισσότερο, είναι τα προληπτικά όρια· αυτά, δηλαδή που τοποθετούνται πριν την εκδήλωση μίας αρνητικής συμπεριφοράς. Όπως οι ασφάλειες που καλύπτουν τις πρίζες ή ασφαλίζουν τα ντουλάπια της κουζίνας, για να αποτρέψουν τα μικρά παιδιά από το να βάλουν σε κίνδυνο τους εαυτούς τους. Επίσης, για τον ίδιο λόγο θεωρείται όριο η απομάκρυνση των αιχμηρών ή των εύθραυστων αντικειμένων, η τοποθέτηση τους σε ψηλά ράφια μακριά από το μικρό παιδί. Ακόμη, όριο είναι και το κράτημα του παιδιού από το χέρι σε πολυσύχναστους δρόμους. Τα όρια είναι σαν φράκτες που ορίζουν τα πλαίσια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί η συμπεριφορά ενός παιδιού. Δίνουν μία αίσθηση ασφάλειας στο παιδί ότι όσο βρίσκεται μέσα στους φράκτες δε θα κινδυνεύσει. Και μία σιγουριά ότι η μαμά και ο μπαμπάς είναι πολύ δυνατοί και κρατάνε γερά τους φράκτες.

Είναι Μόνο η Πειθαρχία;

Για να λειτουργήσουν καλά τα όρια είναι σημαντικό να υπάρξουν οι εξής προϋποθέσεις:

1. Σαν φράκτες που περικλύουν και προστατεύουν, πρέπει να είναι ορατοί εξαρχής από το παιδί. Πρέπει το παιδί να έχει καταλάβει από πριν πού έχει τοποθετηθεί το όριο και για ποιο λόγο. Και πρέπει να είναι ενήμερο για τις συνέπειες στην περίπτωση που σκαρφαλώσει και πηδήξει τους φράκτες.

2. Μέσα στο χώρο που ορίζουνε οι φράκτες αυτοί, το παιδί πρέπει να είναι ελεύθερο να συμπεριφέρεται με τον τρόπο που επιθυμεί. Διαφορετικά, είναι σαν να τραβάμε συνέχεια τους φράκτες όλο και πιο κοντά. Για αυτό τα όρια πρέπει να είναι λίγα, καλά, και σταθερά, όπως π.χ. «εμείς εδώ δε χτυπιόμαστε και δεν καταστρέφουμε». Ώστε να μπορούνε και οι γονείς να τα υποστηρίξουνε με συνέπεια.

Κατανόηση χωρίς Όρια

Πολλές φορές οι γονείς διστάζουν να επιμείνουν σε κάποια όρια. Συναισθάνονται το πώς νιώθει το παιδί και καταλαβαίνουν το γιατί της συμπεριφοράς του. Αυτή η κατανόηση μερικές φορές οδηγεί στη δικαιολόγηση των αρνητικών συμπεριφορών. Μπορεί να ξεκινούν δυναμικά με κάθε πρόθεση να κρατήσουν μία σθεναρή στάση, αλλά στην πορεία αισθάνονται πως γίνονται παραχωρητικοί και επιτρεπτικοί. Νιώθουν άσχημα και νομίζουν πως κάνουν κακό στο παιδί τους βλέποντας το να αντιδρά, να διαμαρτύρεται, να νιώθει σύγχυση. Οι ενοχές που βιώνουν τους κάνει να αλλάξουν στάση και να πάρουν πίσω ότι έθεσαν λίγο πριν ως όριο.

Άλλες φορές φοβούνται ότι θα καταστρέψουν την καλή ατμόσφαιρα και θα χαλάσουν τη σχέση που έχουν με το παιδί. Έτσι, διστάζουν να θέσουν όρια και αποφεύγουν να γίνουν δυσάρεστοι προς το παιδί. Όταν λόγου χάρη το παιδί βλέπει την αγαπημένη του ταινία και έχει περάσει προ πολλού η ώρα που θα έπρεπε να πάει για ύπνο. Παρόλο που η διασκέδαση, το παιχνίδι και η διατήρηση θετικού κλίματος είναι πολύ σημαντικά, οι επιπτώσεις δεν αργούν να φανούν. Οι γονείς νιώθουν κάποιες στιγμές εξαπατημένοι γιατί το παιδί δεν ανταπέδωσε τα προνόμια που του δώσανε, για παράδειγμα δεν κάθισε να διαβάσει όπως είχε υποσχεθεί μετά το παιχνίδι στον ηλεκτρονικό υπολογιστή.

Μία άλλη πολύ σημαντική επίπτωση, που δεν είναι τόσο φανερή στους γονείς, είναι η ανασφάλεια στο παιδί. Ένα μικρό παιδί που νιώθει ότι είναι ελεύθερο να δοκιμάζει τα όρια των μεγάλων και να τα καταλύει, βιώνει ένα είδος απορίας σχετικά με την ικανότητα των γονέων του να ελέγχουν καταστάσεις. Είναι σημαντικό να σκεφτόμαστε ότι πολλές φορές τα παιδιά δοκιμάζουν τα όρια όχι για να τα παραβιάσουν αλλά για να τσεκάρουν ότι λειτουργούν αποτελεσματικά. Αυτό δίνει στα παιδιά μία αίσθηση ελέγχου και πρόβλεψης πάνω στα πράγματα («αν κάνω αυτό τότε θα συμβεί εκείνο ως συνέπεια»), γεγονός που κατευνάζει το άγχος και την ανησυχία τους.

Όρια χωρίς Κατανόηση

Από την άλλη πλευρά, μία άκαμπτη στάση των γονέων και μία προσκόλληση τους στους κανόνες ενέχει τον κίνδυνο της αποξένωσης από το παιδί. Αν οι γονείς ασχοληθούν μόνο με τη συμπεριφορά του παιδιού, σε ό,τι βλέπουνε εξωτερικά, τότε ενδέχεται να χάσουν το πιο σημαντικό κομμάτι της συμπεριφοράς: τις σκέψεις και τα συναισθήματα που την προκαλούν. Η προσέγγιση για παράδειγμα «αν σπάσεις το παιχνίδι σου θα χάσεις τη βόλτα σου στο πάρκο», χωρίς καμία σύνδεση από την πλευρά των γονέων σχετικά με το τί προκάλεσε την καταστροφική συμπεριφορά, ενέχει μία σειρά από κινδύνους:

1. Δύσκολα λύνει το πρόβλημα. Αν η καταστροφική συμπεριφορά του παιδιού προέρχεται από το θυμό, τότε η λύση είναι να προσπαθήσουν οι γονείς να κατανοήσουν από που προέρχεται ο θυμός και να το βοηθήσουν να εκφράζει το θυμό του με πιο αποδεκτούς τρόπους.

2. Η ίδια συμπεριφορά μπορεί να έχει διαφορετικό νόημα σε διαφορετικά πλαίσια και σε διαφορετικές ηλικίες. Για αυτό είναι σημαντικό οι γονείς να παρατηρούν προσεκτικά και να γνωρίζουν πριν θέσουνε τις συνέπειες γιατί το παιδί τους φέρθηκε με τον τρόπο αυτό. Σε διαφορετική περίπτωση, το παιδί νιώθει αποκομμένο και αποξενωμένο από τους γονείς και δημιουργείται η αίσθηση μέσα του ότι οι γονείς του δεν μπορούν να το καταλάβουν.

3. Τα παιδιά ωριμάζουν και βελτιώνουν τη συμπεριφορά τους καθώς αυξάνεται η ικανότητα τους να παρατηρούν τον εαυτό τους, τα συναισθήματα τους, αλλά και τον αντίκτυπο που έχει η συμπεριφορά τους στους άλλους. Οι

γονείς που κατανοούν το παιδί τους και συνδέουν τη συμπεριφορά του με τις σκέψεις και τα συναισθήματα το βοηθούν να γνωρίζει τον εαυτό του και να αναπτύσσει ενσυναίσθηση για τους άλλους.

Όρια στη συμπεριφορά ή Όρια στη Σχέση;

Κάθε γονιός επιζητάει το καλύτερο για το παιδί του. Συζητάει, διαβάζει, ενημερώνεται σχετικά με την ανατροφή των παιδιών και προσπαθεί να εφαρμόσει αυτό που ο ίδιος/ίδια θεωρεί καλύτερο. Το θέμα των ορίων μονοπωλεί σχεδόν όλες τις «γονεϊκές» συζητήσεις. Όμως το να είσαι γονιός σημαίνει ένα σωρό άλλα πράγματα πέρα από την οριοθέτηση. Τα όρια είναι σαν φράκτες και αλίμονο αν δεν υπήρχανε. Δεν είναι μόνο η κοινωνικοποίηση που προσφέρουνε, αλλά και το αίσθημα σιγουριάς στο παιδί ότι οι γονείς του είναι εκεί για αυτό.

Αν ο στόχος των γονέων είναι να βοηθήσουν τα παιδιά τους να εξελιχθούν σε ολοκληρωμένες προσωπικότητες, τότε το όριο πρέπει να συνοδεύεται από την κατανόηση και την ενσυναίσθηση των γονέων. Αυτό επιτυγχάνεται με το να συνδέει ο γονιός τη συμπεριφορά με τις σκέψεις και τα συναισθήματα του παιδιού. Τότε το παιδί νιώθει συνδεδεμένο και ότι οι γονείς του το καταλαβαίνουν. Αυτού του είδους η προσέγγιση, μάλιστα, δυναμώνει τη σχέση γονέα-παιδιού. Αντίθετα, αν οι γονείς εστιάζουν μόνο στη συμπεριφορά και στις συνέπειες της και αγνοούν τις σκέψεις και τα συναισθήματα του παιδιού, το παιδί αρχίζει να νιώθει αποξενωμένο και ο θυμός του μεγαλώνει. Μάλιστα, όσο πιο αποκομμένο νιώθει τόσο πιο πιθανό είναι να συνεχίζουν οι αρνητικές συμπεριφορές.

Για αυτό, όταν λήγει μία συνέπεια που βάζουν οι γονείς, είναι σημαντικό να γίνονται όλα όπως πριν. Να καταλαγιάζει ο θυμός και στους γονείς, αλλά και στο παιδί και να κάνουν κάτι ευχάριστο μαζί. Έτσι δίνεται το μήνυμα ότι η σχέση είναι πιο πολύ δυνατή από ένα καβγά ή μία διαφωνία.

Αν ανησυχείτε για θέματα ορίων στη συμπεριφορά των παιδιών ή ενδιαφέρεστε να αναπτύξετε τις γονεϊκές δεξιότητες σας στον τομέα αυτό, βρισκόμαστε στη διάθεση σας για να βοηθήσουμε.

Πρώτες μέρες στο Σχολείο: ο Αποχωρισμός

Αποχωρισμός: είναι επώδυνος μόνο για το παιδί;

Λένε ότι το φθινόπωρο είναι μελαγχολικό. Μπορεί και να φταίει το γεγονός ότι μας θυμίζει το ξένοιαστο καλοκαίρι που έφυγε. Αν, όμως, ανατρέξουμε στις αναμνήσεις μας, ίσως και να θυμηθούμε ότι το φθινόπωρο είναι η εποχή που βιώσαμε πολλούς σημαντικούς αποχωρισμούς στη ζωή μας. Ήταν η μετάβαση από το σπίτι στον παιδικό σταθμό ή το νηπιαγωγείο, από τα νήπια στο δημοτικό, από την προηγούμενη τάξη σε κάθε επόμενη.

Και τώρα τα ίδια συναισθήματα τα νιώθει ένας γονιός διπλά. Μία για τον εαυτό του και μία για το παιδί του, που μόλις ξεκίνησε το σχολείο. Τη στιγμή που διαβαίνει το κατώφλι της τάξης με μία τσάντα στον ώμο ίσαμε το μπόι του, αναρωτιέται: «θα τα καταφέρει;», «θα είναι χαρούμενο;», «θα κάνει φίλους;», «θα το φροντίζει η δασκάλα του;», «θα είναι καλά χωρίς εμένα;», «θα με ζητάει;»…

Αν ο μικρός μας μαθητής κοντοσταθεί στην είσοδο για να κοιτάξει πίσω, ο γονιός αισθάνεται νευρικότητα και μία γκριμάτσα τρόμου διαγράφεται στο μέτωπο του: «τι θα κάνω αν επιστρέψει σε εμένα και γαντζωθεί πάνω μου;». Αν πάλι δε γυρίσει πίσω ούτε για ένα βλέμμα, παρά μονάχα με βήμα σίγουρο μπει στην τάξη, η χαρά του γονιού ότι τα κατάφεραν επιτυχώς, επισκιάζεται από μία σκέψη: «τώρα, δηλαδή, θα επιστρέψω μόνος/η μου πίσω;».

Αποχωρισμός: τα πάνω και τα κάτω

Και όμως.. Ο μικρός μαθητής που κλαίει συνεχώς τις πρώτες ημέρες, μπορεί να εξελιχθεί σε ένα παιδί που συμμετέχει με χαρά στις σχολικές εργασίες μετά από μερικές εβδομάδες. Και το παιδί που ξεκινάει ιδανικά τη χρονιά του, ύστερα από τις διακοπές των χριστουγέννων μπορεί να αρνείται να πάει σχολείο. Ή μπορεί να δυσκολεύεται να κάνει φίλους ακόμη και μήνες μετά, παρόλο που την πρώτη ημέρα έμοιαζε το πιο «cool» παιδί της τάξης.

Αν οι δεσμοί που μας συνδέουν με τους σημαντικούς ανθρώπους ξεκινάνε από τη βρεφική κούνια και μας συνοδεύουν σε όλη μας τη ζωή, το ίδιο συμβαίνει και με τους αποχωρισμούς. Είναι η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Ο αποχωρισμός είναι διαρκής. Το να δένεσαι με τους σημαντικούς ανθρώπους συνεπάγεται το να φοβάσαι μήπως τους αποχωριστείς. Και όλο αυτό είναι μια διαδικασία που συμβαίνει καθημερινά. Πολλές φορές.

Συναισθήματα Αποχωρισμού στην Καθημερινή Ζωή

Αποχωρισμός είναι η πρώτη ημέρα στον παιδικό σταθμό. Η πρώτη μέρα στο σχολείο. Αποχωρισμός είναι όταν η μαμά ή ο μπαμπάς φεύγουν για τη δουλειά. Όταν παλιοί συμμαθητές λείπουν από τη νέα χρονιά. Όταν οι διακοπές φθάνουν στο τέλος τους. Όταν αποχαιρετάμε το αγαπημένο μας βιβλίο, τον καφέ με ένα φίλο, ένα υπέροχο πάρτυ. Το παιχνίδι με τους γονείς που μένει στη μέση γιατί χτύπησε το τηλέφωνο. Αποχωρισμός είναι όταν φεύγει η ημέρα και έρχεται η νύκτα. Ο αποθηλασμός είναι τέραστιος αποχωρισμός. Αποχωρισμός, μεγάλος, είναι ο βραδινός ύπνος.

Πώς αντιμετωπίζονται τα συναισθήματα αποχωρισμού;

Το μικρό που φεύγει από την αγκαλιά της μαμάς και του μπαμπά για να εξερευνήσει στην παιδική χαρά έχει σημειώσει μεγάλη πρόοδο: κατάφερε τον σωματικό αποχωρισμό. Υπάρχει, όμως, κι ο συναισθηματικός αποχωρισμός. Αυτός απαιτεί πολύ περισσότερα· τον κατακτάς με τα χρόνια, με την ανάπτυξη, με πολλή δουλειά. Πιθανόν, να μην τον κατακτήσεις ποτέ εξολοκλήρου. Οι αποχωρισμοί πάντα θα προκαλούν πόνο…

Το συναισθηματικό αποχωρισμό τον κατακτά ένα παιδί σε μεγάλο βαθμό, όταν έχει τοποθετήσει με ασφάλεια μέσα του τις γονεϊκές φιγούρες. Είναι σαν να λέει: «ξέρω ότι θα είμαστε μακριά όταν βρίσκομαι στο σχολείο. Αλλά είμαι σίγουρος/η ότι το μεσημέρι θα έρθετε να με πάρετε. Ότι θα με σκέφτεστε και δε θα με ξεχάσετε. Ότι θα με κρατάτε στο νου σας, όπως κι εγώ σας κρατάω στο νου μου. Κι αν συμβεί κάτι στο σχολείο, ο δάσκαλος/α μου θα είναι εκεί να με φροντίσει, όπως τόσα χρόνια κάνετε κι εσείς. Όπως θα συνεχίσετε να κάνετε»…

Το αντίδοτο στα συναισθήματα αποχωρισμού είναι η παραπάνω αίσθηση ασφάλειας. Η σιγουριά για την ανταπόκριση και τη διαθεσιμότητα των γονέων εξοπλίζει τα παιδιά με τα απαραίτητα εφόδια, ώστε να μπορούν να συμμετέχουν στην κοινωνική ζωή του σχολείου, της γειτονιάς, των εξωσχολικών δραστηριοτήτων.

Βρισκόμαστε στη διάθεση σας για οποιοδήποτε προβληματισμό μπορεί να έχετε σχετικά με δυσκολίες αποχωρισμού στο παιδί σας.